μελάμπυρο

το
(Α μελάμπυρον, τὸ και μελάμπυρος, ὁ)
γένος αγγειόσπερμων δικότυλων φυτών που, σύμφωνα με τη σημερινή ταξινόμηση, ανήκει στην οικογένεια σκροφουλαρίδες και περιλαμβάνει 10 περίπου είδη επιβλαβών ημιπαρασιτικών ζιζανίων τού Βόρειου Ημισφαιρίου
αρχ.
άλλη ονομασία τού φυτού μυάγρου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για διπλό σχηματισμό αρσ. και ουδ. τ. (πρβλ. και λατ. melampyrūm) < μέλας, -ανος + πυρός «σιτάρι» (πρβλ. διόσ-πυρος —διόσ-πυρον)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μελάμπυρος — μελάμπυρος, ὁ (Α) βλ. μελάμπυρο …   Dictionary of Greek

  • μελαμπυρισμός — ο δηλητηρίαση από βρώση ψωμιού παρασκευασμένου από αλεύρι που προέρχεται απο σιτάρι στο οποίο έχουν αναμιχθεί σπέρματα τού φυτού μελάμπυρο, η οποία εκδηλώνεται με έντονη διάρροια, με πονοκέφαλο και ζάλη …   Dictionary of Greek

  • παρασιτισμός — Είδος συμβίωσης μεταξύ ενός φυτικού ή ζωικού οργανισμού, ο οποίος λέγεται παράσιτο, και ενός άλλου, του ξενιστή, από τον οποίο ο πρώτος αντλεί τουλάχιστον ένα μέρος από τις θρεπτικές ουσίες που του είναι αναγκαίες για να ζει. Ωστόσο, η συμβίωση… …   Dictionary of Greek

  • βράκτια — Φύλλα σχεδόν λεπιδοειδή, που προστατεύουν τα ανθοφόρα και ξυλοφόρα μάτια ή συνοδεύουν τα άνθη και τις ταξιανθίες. Τα β. μπορεί να είναι λεία ή χλοώδη, πράσινα ή άλλου χρώματος, φυλλοβόλα ή αειθαλή. Τα β. που συνοδεύουν τα άνθη λέγονται και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.